Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2012

Φύλακας Άγγελος


Ένα βάρος έφυγε από πάνω του καθώς σκέφτηκε την δύσκολη μέρα που τελείωνε. Η θέα ήταν εκπληκτική από το βουνό και όλη η πόλη είχε αρχίσει ήδη να φοράει τα νυχτερινά της στολίδια και να θαμποφέγγει ρυθμικά μπροστά από έναν κατακόκκινο ήλιο που βουτούσε με βιάση στην γραμμή του ορίζοντα. Άλλος ένας κύκλος ερχόταν στο τέλος του και αύριο θα άρχιζε πάλι αυτή η αιώνια εναλλαγή  του φωτός και του σκότους που καθόριζε την ζωή και τις συνήθειες των ζωντανών όντων.  Ο άνθρωπος , αν το θέλει, είναι όμως ευπροσάρμοστος και εκείνος το ήξερε καλά. Πάντα έρχονται νυχτιές σκοτεινές, κρύες και θυελλώδεις και τότε είναι που αναζητάς μια συντροφιά, κάποιον άλλον να μοιραστείς αυτήν την σκοτεινή ατμόσφαιρα μαζί του και να θαυμάσεις το μεγαλείο και την δύναμη της φύσης. Το δύσκολο είναι να μην ξεχάσεις αυτόν που μοιράστηκες την καταιγίδα μαζί του όταν έρθει η ξαστεριά.

Είχε πάλι αυτήν την αίσθηση, ότι κάθε φορά που βρίσκονταν σε αδιέξοδο κάποιος την κατάλληλη στιγμή παρενέβαινε για να τον βοηθήσει με τρόπους άμεσους ή έμμεσους. Σε κάθε κομβικό σημείο της ζωής του υπήρχε και ένας άνθρωπος που απροσδόκητα όχι μόνο εμφανίστηκε αλλά αδιαμαρτύρητα σήκωσε το βάρος του, τον στήριξε, του πρότεινε λύσεις, ανέχτηκε όλες τις σκοτεινές του σκέψεις και τα καπρίτσια του και μόλις διαπίστωσε πως όλα πήγαιναν κατ'ευχήν εξαφανίστηκε.  Όταν έβλεπε την ζωή του μεμονωμένα ήταν δύσκολο να τους διακρίνει αλλά μόλις έπαιρνε την θέση του παρατηρητή ο ρόλος τους ήταν διακριτός. Πολλά βράδια είχε μείνει ξάγρυπνος και προσπαθούσε να καταλάβει τι ήταν αυτά τα πλάσματα, από που έρχονταν, αν ήταν άνθρωποι όπως εκείνος και ποια ήταν τα κίνητρα και τα κριτήρια τους. Ο ήλιος είχε εξαφανιστεί πλέον από τον ορίζοντα και ένα δροσερό αεράκι άρχισε να κατεβαίνει παιχνιδίζοντας στην πλαγιά. 

Η σκέψη του ταξίδεψε σε εκείνον που γνώρισε τυχαία προχθές σε ένα μπαρ να πίνει το ένα ποτό μετά το άλλο έχοντας ένα αξιολύπητο και δυστυχισμένο βλέμμα. Στην αρχή σκέφτηκε να καθίσει κάπου αλλού γιατί το τελευταίο που επιθυμούσε ήταν μια συζήτηση με κάποιον μεθυσμένο αλλά καθώς τον παρατηρούσε να πίνει καταλάβαινε ότι δεν μεγάλωνε η μέθη του αλλά η λύπη του. Αποφάσισε να του πιάσει κουβέντα. 

- Καλησπέρα, θέλεις παρέα;  
- Δεν είμαι και πολύ καλή παρέα σήμερα αλλά αν θέλεις ελεύθερα.
- Με λένε.....  
- Δεν θέλω να μάθω πως σε λένε, εγώ είμαι ο Τάκης. 
- Εντάξει όπως θέλεις.
- Θα σε φωνάζω όπως έχω ανάγκη, θα σε φωνάζω "Φίλε μου"...

Πίνοντας ο Τάκης άρχισε να λέει την ιστορία του σαν να ήταν ο καλύτερος του φίλος και του ζήτησε να μην τον διακόψει μέχρι να τελειώσει. Ήταν σαράντα πέντε χρονών, διευθυντής σε μία μεγάλη και γνωστή εταιρεία. Παντρεμένος 17 χρόνια με τρία παιδιά και όλα πήγαιναν για αυτόν καλά μέχρι πριν ένα χρόνο. Η εταιρεία δεν πήγαινε τόσο καλά και οι πωλήσεις είχαν πέσει. Εκείνος είχε την ζωή του κομμένη και ραμμένη στα λεφτά που έπαιρνε τις καλές εποχές και τώρα άρχισε να ζορίζεται. Τα παιδιά του ήταν σε ηλικία σπουδών και οι ανάγκες ήταν αυξημένες. Εκείνο το απόγευμα ανακάλυψε ότι η γυναίκα του είχε εξωσυζυγική σχέση με τον καλύτερο του φίλο και ήταν έτοιμη να καταθέσει αίτηση διαζυγίου. Ένιωθε προδομένος από όλους και όλα.  Του έλεγε για την μάταια ζωή και ότι δεν έβρισκε κανένα νόημα, για όλο τον χαμένο χρόνο και κόπο που έδωσε σε ασήμαντα και εγωιστικά πράγματα αντί να κοιτάει τα ουσιαστικά, για τις ατελείωτες ώρες που πέρναγε στην δουλειά αντί με τα παιδιά του. Το ένα μπουκάλι αντικατέστησε το άλλο και οι εξομολογήσεις έπεφταν βροχή. Όσο μίλαγε ο Τάκης τόσο έπαιρνε κουράγιο να πει και άλλα, όσο έβλεπε τον συνομιλητή του να συμπάσχει  τόσο μεγάλωνε η εμπιστοσύνη του και κατέθετε όλα αυτά που κουβάλαγε μέσα του λες και βιαζόταν να αποτίσει φόρο τιμής σε κάποιον ξεχασμένο ήρωα της ιστορίας πριν πεθάνει και ο τελευταίος που τον θυμόταν. 

 Για τον Τάκη αυτός είχε γίνει πραγματικά ο φίλος του ο αδελφικός, αυτός που δεν θα πήγαινε ποτέ με την γυναίκα του, αυτός που θα έπρεπε να ήταν εκεί τώρα να του τείνει τον ώμο του και να του χτυπάει την πλάτη. Όταν έφτασε την ιστορία στο παρόν είπε μόνο ότι είχε σκοπό να αφαιρέσει την ζωή του και του έδειξε ένα colt που είχε μέσα στο σακάκι του. Τραυλίζοντας μόνο είπε "Τώρα φίλε μου, σε ακούω, μπορείς να μου πεις ότι θέλεις"  και τον κοίταξε στα μάτια λες και η ίδια του η ζωή κρέμονταν από αυτά που θα του έλεγε. 

Υπήρχαν τόσα πολλά να του πει και τόσες θεωρίες να του αναλύσει μα προτίμησε να αφήσει την καρδιά του να του μιλήσει. Σηκώθηκε, πήγε μπροστά του και τον αγκάλιασε. Τον αγκάλιασε σαν να ήταν ο αδελφός του, όπως ο πατέρας αγκαλιάζει το παιδί του. Μια αγκαλιά ζεστή, αληθινή και ανθρώπινη. Του ψιθύρισε στο αυτί αυτές τις λίγες λέξεις. "Τάκη, τώρα που κατάλαβες το νόημα της ζωής και τι έχει αξία πιστεύεις ότι η συνέχεια είναι ο θάνατος; Τώρα, αδελφέ μου, πρέπει να αρχίσεις να ζεις."

Είχε πια ξημερώσει όταν βγήκαν μαζί παραπατώντας από το μπαρ και σταμάτησαν ένα ταξί. Έβαλε μέσα τον Τάκη και έμεινε στον δρόμο κοιτώντας το ταξί που χάθηκε στην στροφή. Ένιωσε να τον πλημμυρίζει μία αισιοδοξία και μία ελπίδα για την μέρα που ήρθε. "Σκοτάδι και φως, κανένα δεν θα είχε αξία και νόημα χωρίς το άλλο" σκέφτηκε και πήρε τον δρόμο για το σπίτι. 

Εκεί τελείωσε η γνωριμία του με τον Τάκη που ίσως δεν τον ξαναδεί ποτέ στην ζωή του ίσως και όχι αλλά που σίγουρα δεν πρόκειται να τον ξεχάσει. Κάθισε αναπαυτικά στην πολυθρόνα του, τέντωσε τα πόδια του και άρχισε να σκέφτεται για άλλη μία φορά τα παράξενα πλάσματα, αυτά που εμφανίζονται στην ζωή των άλλων ξαφνικά και τους βοηθούν με τρόπους διαφορετικούς, περίεργους αλλά ουσιαστικούς. "Που να ήταν άραγε αυτά όταν πόναγε ο Τάκης;" Διέκρινε για μία στιγμή στην τζαμαρία την αντανάκλαση του. "Τελικά, εμείς είμαστε..." μονολόγησε και ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπο του. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου