Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

Ανάσα ελευθερίας


Έκλεισε το τηλέφωνο με δύναμη λέγοντας κάποια "γαλλικά". Ένιωθε το σφυγμό να χτυπάει στους κροτάφους του δυνατά, χωρίς έλεος, όπως ένας μανιώδης αναγνώστης γυρνάει σελίδα μετά από σελίδα ένα μυθιστόρημα που του αρέσει. Το δικό του μυθιστόρημα σίγουρα δεν ήταν από αυτά που έχουν καλό τέλος αλλά η ιδέα ότι αλλάζει σελίδα του μετρίαζε την κακή διάθεση. Στο μυαλό του έβαζε και τα τελευταία στοιχεία σε τάξη. Σημασία έχουν όλες οι προεκτάσεις και οι εξηγήσεις, όλα αυτά τα αίτια και τα αιτιατά που αν τα βάλει κάποιος κάτω, σαν παζλ, απομυθοποιούν ανθρώπους, κηλιδώνουν προσωπικότητες και διαλύουν αγάπες και έρωτες εν ριπή οφθαλμού.

Θα ήθελε να ήταν λίγο περισσότερο σαδιστής, να μπορούσε να αντλεί αυτήν την, σχεδόν ηδονική, ευχαρίστηση με το να τυραννάει συνειδητά όλους αυτούς που επιλέγουν την ταπείνωση, την κοροϊδία και το ψέμα αλλά είχε μια άλλη άποψη για την εκδίκηση. Δεν χρειαζόταν πραγματικά να κάνει τίποτα, οι άλλοι τα έκαναν όλα μόνοι τους και με τις ίδιες τις πράξεις τους οδηγούνταν σε μονοπάτια που η λέξη εκδίκηση ήταν αδόκιμη και η λέξη μαρτύριο φαινόταν λίγη.  Στο μυαλό του αντηχούσαν οι λέξεις που του είπε πριν από λίγο στο τηλέφωνο αυτή η κάποτε τόσο οικεία και αγαπημένη γυναικεία φωνή και που τώρα για αυτόν ήταν ξένη, άγνωστη και αδιάφορη. Λέξεις που και εκείνος σκεφτόταν αρκετό καιρό. Έκλεισε τα μάτια και μπήκε σε έναν φωναχτό μονόλογο.

Αυτό είναι το τίμημα όταν έχεις επαφές με ανθρώπους που είναι εγωκεντρικοί και ανίκανοι να φιλοσοφήσουν την ζωή τους έστω και λίγο. Μπορεί να είναι καλοί, - με τον πρόχειρο ορισμό ότι δεν κάνουν συνήθως κακό στους άλλους - στοργικοί, υπομονετικοί με τα δικά τους μέτρα και σταθμά αλλά ο κοινός παρανομαστής είναι ότι τα κάνουν όλα αυτά για τον εαυτό τους. Σαν τον τεμπέλη γεωργό που καλλιεργεί την γη ίσα ίσα να βγάλει αυτά που χρειάζεται για να μην πεθάνει της πείνας και μετά ραχατεύει μέχρι τον επόμενο χρόνο παίζοντας τάβλι στο καφενείο. Αν τον ζορίσεις και λίγο, θα σου πει ότι κάνει και καλό γιατί δεν κουράζει την γη, να έχει δυνάμεις για του...χρόνου. Δικαιολογίες. Τι ωραία λέξη. Παίρνει και πολλά επίθετα: φθηνές, κακές, χαζές, ψεύτικες κ.λ.π. 

Του ήταν μεγάλο βάρος ότι εδώ και πολύ καιρό πια δεν την θαύμαζε. Τον πονούσε γιατί αποδείχθηκε πως κανένα ιδανικό από αυτά που διαλαλούσε, διέθετε. Πως τα λόγια ήταν κούφια και τις αγάπες τις παίρνει ο άνεμος. Τον τελευταίο καιρό η διαφορά στην συμπεριφορά της ήταν εμφανής αλλά εκείνος δεν έκανε τίποτα για να την σταματήσει. Σαν κάθε νάρκισσος που "σέβεται" τον εαυτό του έτσι και εκείνη είχε συναντήσει έναν καινούργιο "θαυμαστή" που φρόντιζε συχνά πυκνά να της τονώνει το εγώ της και να την φλερτάρει. Στην αρχή ήταν διστακτική μετά ο εγωισμός ανέλαβε και φρόντισε να βρει για τον εαυτό της όλες αυτές τις δικαιολογίες που χρειάζονταν για τα λόγια και τις μετέπειτα πράξεις της. Οποιοσδήποτε άλλος θα σκεφτόταν ότι αυτή ήταν μια εξαίσια ευκαιρία να απαλλαγεί από αυτήν την κατάσταση όμως υπήρχε ένα πρόβλημα. Όσο και αν δεν ήθελε να το παραδεχθεί, είχε αισθήματα για αυτήν την γυναίκα. Ίσως όχι για αυτό που ήταν εκείνη την στιγμή μιας και όλοι μπορεί να έχουμε τα πάνω και τα κάτω μας, σίγουρα όχι και για αυτό που θα μεταμορφωνόταν σε λίγο. Είχε αισθήματα για αυτό που θα μπορούσε να είναι αν το είχε επιλέξει. Για όλες τις ωραίες στιγμές και τις φορές που έλαμπε κάνοντας σχέδια για το ένα και για το άλλο.  Όλα αυτά περιμένει ο πιο ύπουλος και επικίνδυνος εχθρός μας, ο εαυτός μας, να μας πάρει μακρυά. 

Οι μέρες και οι νύχτες, ζεστές, περνούσαν αργά. Ο Ιούλης ήταν στα φόρτε του και έπρεπε να ετοιμαστεί για ένα επαγγελματικό ταξίδι. Η δουλειά ήταν πάντα το καλύτερο φάρμακο για να μην σκέφτεται συνέχεια. Τουλάχιστον για να μην σκέφτεται εκείνην. Κάθε μέρα που πέρναγε ένιωθε και πιο άβολα μιας και δεν είχαν επικοινωνήσει για πάνω από είκοσι μέρες. Το πήρε απόφαση ότι θα την έπαιρνε εκείνος για να μάθει πως είναι. Ακούστηκε η φωνή της έκπληκτη από την άλλη μεριά. Ενστικτωδώς όλες αυτές οι αόρατες πληροφορίες της φωνής, η χροιά, το βάθος, το τρέμουλο, η ενοχή πλημμύρισαν το κεφάλι του. Ήξερε πως όλα είναι χαμένα αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα δεν θα κάνει αυτό που πρέπει. Της μίλησε, την ρώτησε αν είναι καλά. Περίμενε να του πει την αλήθεια, αφού δεν μπόρεσε στην αρχή ας του την έλεγε τουλάχιστον τώρα, ο κάθε άνθρωπος δικαιούται την αλήθεια άλλωστε, αλλά εις μάτην. Εκνευρίστηκε και έκλεισε το τηλέφωνο. Βυθίστηκε σε μια θλίψη που είχε να νοιώσει πολλά χρόνια. Αυτή η γνώριμη πικρή γεύση που σου αφήνει στο στόμα η απογοήτευση των ανθρώπων. Όλα γκρεμίστηκαν, ακόμα και η τελευταία καλή εικόνα. 

Έφυγε για το ταξίδι και αναμείχθηκε με καινούργιους ανθρώπους. Εκεί γνώρισε ένα άλλο πλάσμα που είχε μια παρόμοια θλίψη στα μάτια του και επίσης δεν μπορούσε να κοιμηθεί τις νύχτες. Άκουσε με προσοχή την ιστορία του, τα συναισθήματα του, τις σκέψεις του. Κάθε βράδυ μετά την δουλειά βρισκόντουσαν και συζητούσαν ώρες ατελείωτες σαν να ήταν φίλοι από τα παλιά. Ποτέ εκείνος δεν είπε τίποτα για τον εαυτό του μόνο άκουγε προσεκτικά, άκουγε και για πρώτη φορά δεν συμφωνούσε ή διαφωνούσε. Ήρθε η μέρα να της επιστροφής και το πλάσμα αυτό είχε για πρώτη φορά ένα χαμόγελο στο πρόσωπο του. Του είπε ένα πράγμα καθώς έφευγε, "Οι πράξεις μας είναι αυτές που μας καθορίζουν, ανεξάρτητα με το ποιοι ή τι είναι οι άλλοι, το ξέρεις αλλά πιστεύω ότι πρέπει να στο υπενθυμίσω." Τον φίλησε στο μέτωπο και έφυγε. 

Γύρισε πίσω, σκεφτικός έχοντας μία ακατανίκητη διάθεση να πιει. Το ουίσκι ήταν πάνω στο τραπέζι, το ποτήρι γεμάτο πάγο και φυσικά η κατάλληλη μουσική. Το δωμάτιο γεμάτο καπνό και το αλκοόλ κυλάει στις φλέβες του. Σηκώνει το τηλέφωνο και σχηματίζει τον αριθμό της, η φωνή από την άλλη άκρη είναι νυσταγμένη και τρομαγμένη. 

- "Είσαι καλά; Τι έπαθες τέτοια ώρα;"
- "Ξύπνα, πρέπει να μιλήσουμε."

Λέει όλη την αλήθεια, αυτά που ξέρει για αυτήν και δεν του έχει πει, αυτά που δεν της έλεγε πριν και όσο μιλάει το ποτήρι γεμίζει και το μπουκάλι αδειάζει. Παραδέχεται τα λάθη του, τις ελλείψεις του.  Ένα πένθος μέσα του που πρέπει να το τιμήσει. Και η μία παραδοχή ακολουθεί την άλλη, η μία αλήθεια συμπληρώνει την άλλη. Όλα αυτά που δεν μπήκε ποτέ στον κόπο να ψάξει μόνη της είναι τώρα μπροστά της. Συνταράσσετε, είναι απροσδόκητο κάτι τέτοιο, χαλάει τα σχέδια και το παραμύθι που έχει φτιάξει μέσα στο μυαλό της. Έχει ξημερώσει, κλείνουν και πάνε για δουλειά με την υπόσχεση να συζητήσουν ξανά αύριο.

Το αύριο δεν έρχεται ποτέ και οι μέρες περνούν. Τον παίρνει τηλέφωνο μετά από δύο βδομάδες. Δεν έχει καμία όρεξη να της μιλήσει και η συζήτηση σύντομα καταλήγει σε καυγά. Ένας επίλογος χαράχθηκε μέσα στο μυαλό του. Δυο στοίχοι από το μονόγραμμα του Ελύτη σαν να εμφανίστηκαν με τρόπο μαγικό μπροστά του. Κρίμα που ποτέ δεν της άρεσε η ποίηση, σκέφτηκε. 

"Επειδή το αδοκίμαστο και το απ” αλλού φερμένο
δεν τ” αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ακούς;"

Του είπε κάπως άτοπα μα αληθινά λες και αυτό θα έσωζε την τελευταία εντύπωση:
- "Έμαθα πολλά από σένα, σε ευχαριστώ."
- "Μην με καλέσεις ξανά, για εμένα πέθανες."
Έκλεισε ήρεμα το ακουστικό.  Ένιωσε να της χαϊδεύει τα μαλλιά όπως τότε που ήταν τόσο αληθινή και ειλικρινής. 

Εγώ σε ευχαριστώ που μου έμαθες ότι η μεγαλύτερη θυσία της αγάπης είναι να χάσουμε τον άλλον, για το καλό του, όσο και αν αυτό μας πληγώνει.  Σκέφτηκε και πήρε μια βαθιά ανάσα. Μία ανάσα ελευθερίας. 

Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2012

Σημαδεμένη Τράπουλα



Έκλεισε την πόρτα με ορμή πίσω της και βγήκε στον δρόμο, σχεδόν σαν να πετάει, αναπνέοντας τον αναζωογονητικό και κρύο αέρα. Κατευθύνθηκε στο σταθμό του τρένου αλλά στα μισά του δρόμου άλλαξε γνώμη, καλύτερα να περπατούσε. Άλλη μία κουραστική και βαρετή εβδομάδα εργασίας ήρθε στο τέλος της και όπως κάθε παρασκευή θα συναντιόταν με τα παιδιά στο γνωστό στέκι για τα καθέκαστα.

Της άρεσε να σκέφτεται τα πάντα με εικόνες και ήχους και να τα ζει ξανά και ξανά μέσα στο μυαλό της λες και προσπαθούσε να τα χωνέψει. Παρομοίαζε την διαδικασία αυτή με μία τράπουλα που την έχεις ανακατέψει και τραβάς, διαδοχικά, το ένα χαρτί μετά το άλλο. Πολλές φορές δρούσε και στην ζωή της με τον ίδιο τρόπο όταν είχε ένα δίλημμα ή μία αμφιβολία. Τράβαγε από αυτήν την νοητή τράπουλα και ανάλογα με το φύλο έκανε και την αντίστοιχη επιλογή. Όλα ήταν ένα παραμύθι που το αποτέλεσμα του ήταν πάντα διαφορετικό μιας και εξαρτώταν από το χαρτί που θα τραβήξει.

Ένιωσε ένα τράβηγμα που την επανέφερε στην πραγματικότητα. Αγκαλιές, φωνές από παντού και φιλιά. Έφτασε κιόλας στο στέκι και η παρέα είχε αρχίσει ήδη να πίνει λέγοντας αστεία και πειράζοντας ο ένας τον άλλον. Το κρασί άρχισε να της φτιάχνει την διάθεση και ότι χαρτί και να τράβαγε από την τράπουλα ήταν εύθυμο και καθησυχαστικό.  Χαλάρωσε και αφέθηκε στους ρυθμούς της Jazz μουσικής κλείνοντας τα μάτια και σιγοψιθυρίζοντας τα λόγια.  Όταν άνοιξε τα μάτια της, αυτός ήταν εκεί με ένα χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπο του.

"Καλησπέρα, με λένε Νίκο. Είδα πόσο ένιωθες την μουσική και σκέφτηκα ότι πρέπει οπωσδήποτε να σε γνωρίσω."

Υπό άλλες συνθήκες, θα τον είχε διώξει αλλά λίγο το κρασί, λίγο η χαλάρωση που ένιωθε αποφάσισε να μην το κάνει ακόμα. Εξάλλου τι είχε να χάσει;

"Χάρηκα Νίκο. Εγώ είμαι η Ρία. Έτσι κάνεις με όλες τις κοπέλες; Μεταξύ μας, πρέπει να αλλάξεις ατάκα."

Την κοιτάει στα μάτια και σοβαρεύοντας για μία στιγμή.

"Μόνο με τις ωραίες που έχουν καλό γούστο στην μουσική"

'Άρχισαν να μιλάνε για την μουσική και τα συναισθήματα που προκαλεί. Ξαφνικά ήταν σαν να μην υπήρχε κανείς άλλος μαζί τους. Είχε τόσο καιρό να γνωρίσει κάποιον τόσο ενδιαφέρον και αυτό ήταν μια ευχάριστη αλλαγή. Εξάλλου όλα τα χαρτιά της τράπουλας που τράβηξε το είχαν προβλέψει. Η βραδιά θα ήταν καταπληκτική. Το ένα ποτήρι κρασί διαδέχθηκε το άλλο και η αρχική επιφύλαξη αντικαταστάθηκε με αποδοχή. Η παρέα της άρχισε να φεύγει όμως εκείνη ήθελε να καθίσει ακόμα μαζί του. Για να σιγουρευτεί τράβηξε άλλο ένα χαρτί - όλα ήταν περίφημα.

Περπατούσαν στον δρόμο, προσφέρθηκε να την συνοδεύσει ως το σπίτι της για ασφάλεια. Εκείνη δέχθηκε και άρχισαν να προχωρούν μέσα από γειτονιές και σοκάκια.  Ένιωσε ένα δυνατό σπρώξιμο και έπεσε στο έδαφος. Μετά μια κλωτσιά και ένα τράβηγμα στα μαλλιά της.  Προσπάθησε να φωνάξει βοήθεια, της έκλεισε το στόμα και άρχισε να την χτυπάει στο πρόσωπο. Ήταν σχεδόν λιπόθυμη όταν ένιωθε να της σκίζει τα ρούχα, προσπάθησε να φωνάξει αλλά δεν έβγαινε φωνή από μέσα της. Τράβηξε άλλο ένα χαρτί, ήταν και αυτό από τα "καλά".  Πρώτη φορά έπεσε τόσο έξω με την τράπουλα της. Άρχισε να την φιλάει στον λαιμό, προσπαθούσε να τον σπρώξει μακρυά αλλά ήταν πολύ πιο δυνατός. Κάθε αντίσταση ήταν μάταια.

Κάποιος εμφανίστηκε στο σοκάκι, ένιωσε ξαφνικά όλο το βάρος του να φεύγει από πάνω της και μετά βογγητά, χτυπήματα και φωνές. Προσπαθούσε να σηκώσει το κεφάλι της να δει αλλά η ζάλη και ο πόνος δεν την άφηναν. Ξαφνικά σιωπή, ένιωσε ένα χέρι να προσπαθεί να περάσει κάτω από την μέση της. Προσπάθησε να αντισταθεί, έπρεπε να αντισταθεί.

"Είστε καλά; Σας παρακαλώ, προσπαθώ να σας βοηθήσω."

Την σήκωσε και την έβαλε να στηριχτεί πάνω στον ώμο του, καθώς περπατούσαν είδε τον Νίκο κάτω να σφαδάζει με το κεφάλι ανοιχτό να κρατάει το χέρι του που ήταν σπασμένο. Όλα γυρνούσαν γύρω της και ήθελε να κάνει εμετό από τον συνδυασμό της αηδίας και του αλκοόλ.

"Που μένετε; Θυμάστε την διεύθυνση σας;"
"Όχι, εγώ να... ήταν όλα τόσο ωραία και ξαφνικά.... και τα χαρτιά, όλα τα χαρτιά έλεγαν πώς..."
"Ηρεμήστε, όλα είναι εντάξει τώρα."

Πήρε την τσάντα της, την άνοιξε και βρήκε την ταυτότητα της. Είδε την διεύθυνση και σιγά σιγά κατευθύνθηκαν προς τον κεντρικό δρόμο. Σταμάτησε ένα ταξί, πλήρωσε τον οδηγό και του έδωσε την διεύθυνση. Έβαλε μία κάρτα του στην τσάντα της και περίμενε να χαθούν από το οπτικό του πεδίο. Έφτασε στο σπίτι της, μπήκε στο μπάνιο και καθώς το νερό κυλούσε πάνω της ένιωθε όλο το σώμα της να πονά αλλά περισσότερο πονούσε η ψυχή της. Βγήκε και έπεσε στο κρεβάτι, βυθίστηκε σ' έναν ύπνο χωρίς όνειρα.

 Το πρωί σκέφτηκε όλα αυτά που συνέβησαν χθες. Άνοιξε την τσάντα της, δεν έλειπε τίποτα από μέσα, και βρήκε την κάρτα του. Μια κόκκινη κάρτα με μόνο μία λέξη πάνω με χρυσά γράμματα ένα τηλέφωνο και δύο άσσους από μία τράπουλα. "Ταχυδακτυλουργώ".  Σχημάτισε τον αριθμό, έπρεπε να τον ευχαριστήσει.

- "Καλημέρα, είμαι η κοπέλα που χθες..."
- "Καλημέρα, ελπίζω να είστε καλά."
- "Αν δεν ήσασταν εσείς δεν ξέρω ούτε και εγώ πώς θα είχε τελειώσει αυτή η βραδιά για μένα."
- "Μα τι λέτε; Καθήκον μου. Οποιοσδήποτε θα το έκανε αυτό. Και εσείς όμως πρέπει να είστε πιο προσεκτική."
- "Έχετε δίκιο, συνήθως δεν κάνω τέτοιες παράτολμες ενέργειες. Όλα όμως έδειχναν ότι δεν υπήρχε κίνδυνος. Πρέπει να έρθω να σας δω, είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω για να σας ευχαριστήσω, σε ποιο μαγαζί εμφανίζεστε;"
- "Συνήθως δουλεύω στον δρόμο, σπάνια με καλούν σε πάρτι, αλλά θα με βρείτε σε ένα πάρκο κοντά στο μέρος που σας συνάντησα."
- "Κρίμα! Τώρα που το σκέφτομαι έχει ενδιαφέρον ότι είσθε ταχυδακτυλουργός γιατί και εγώ παίζω ένα παιχνίδι με τράπουλα που ποτέ δεν με είχε απογοητεύσει.... ποτέ... μέχρι χθες."

- "Πρέπει να προσέχετε τα παιχνίδια της τράπουλας και περισσότερο να προσέχετε αυτούς που θέλετε να τα παίξετε μαζί τους. Αν το παιχνίδι, σας απογοητεύσει μία φορά σας συνιστώ να το εγκαταλείψετε διότι έχει κάποιο ελάττωμα.  Καλημέρα σας και να προσέχετε."

Έκλεισε το τηλέφωνο, και σκέφτηκε αυτό που της είπε. Φυσικά, το παιχνίδι της έχει κάποιο ελάττωμα. Η τράπουλα της δεν είχε όλα τα χαρτιά, είχε επιλέξει τα χαρτιά που θα κρατήσει μέσα. Κράταγε μόνο ότι αυτή ήθελε να θυμάται και όσα δεν άντεχε τα άφηνε απέξω. Ένα παιχνίδι ενάντια στον εαυτό της με τράπουλα σημαδεμένη.





Σάββατο, 8 Σεπτεμβρίου 2012

Λευκό Κελί


Ένιωθε τα βλέφαρα του βαριά, ήταν έτοιμος να πέσει σε λήθαργο δίχως όνειρα ή μήπως....όχι.

"Ακούστηκαν δύο ψυχροί, μεταλλικοί ήχοι και η κλειδαριά ασφάλισε. Ο φύλακας κοίταξε για μία στιγμή από το τετράγωνο και παχύ γυαλί με πλεξιγκλάς που ήταν στην μέση της βαριάς σιδερένιας πόρτας, βεβαιώθηκε πως όλα ήταν εν τάξει και έφυγε βιαστικός. Έσφιξε ακόμα πιο πολύ τα χέρια του γύρω από το σώμα του. Τα φάρμακα δεν είχαν επιδράσει ακόμα και ήξερε πώς είχε άλλο ένα δεκάλεπτο για να συνεχίσει το σχέδιο της απόδρασης μέχρι να αρχίσουν οι βενζοδιαζεπίνες να ενεργούν."

"Το ίδρυμα ήταν καλά φυλασσόμενο. Οι ποιο επικίνδυνοι ασθενείς που νοσηλεύονταν εδώ δεν είχαν την παραμικρή ελπίδα να βγουν ποτέ από αυτό. Από τότε που νοσηλεύτηκε όλα τα προβλήματα συγκέντρωσης και ύπνου που είχε σχεδόν εξαφανίστηκαν, την απώλεια ενδιαφέροντος για τον κόσμο γύρω του την αντικατέστησε η εμμονή της απόδρασης, η όρεξη του για φαγητό είχε επανέλθει και δεν ένιωθε ποια τύψεις, ούτε λύπη και οργή. Μία φορά τον μήνα ήταν αναγκασμένος να παρίσταται στο συμβούλιο με τους γιατρούς και ήλπιζε πως αυτή η φορά θα ήταν η τελευταία. Πάντα τον έστελναν πίσω για περαιτέρω νοσηλεία και η απογοήτευση που ένιωθε μεγάλωνε όλο και πιο πολύ."

 "Το σώμα του ξέσπασε σε σπασμούς και όλοι οι μύες του είχαν σφιχτεί."

"Ξαφνικά.....συσκότισης και άρχισε να παίζει πάλι αυτή η καταραμένη μουσική. Ο ήχος αντιλαλούσε στους κενούς διαδρόμους του ιδρύματος με έναν τρομακτικό τρόπο λες και ο φύλακας της βάρδιας την έβαζε κάθε βράδυ επίτηδες για να στοιχειώνει τα όνειρα τον τροφίμων. Δεν άντεχε να την ακούει."

"Ακόμα πιο τρομακτική ήταν η φωνή της Zerlina έτσι όπως μπερδεύονταν με το σκοτάδι."
"Vorrei e non vorrei, mi trema un poco il cor"
"Felice, e ver, sarei, ma puo burlarmi encor"

"Το άγχος άρχισε να τον εγκαταλείπει, το σώμα του χαλάρωσε και ένιωθε υποτονικά. Απέτυχε και σήμερα να αποδράσει, έπρεπε να αποδράσει με κάθε τρόπο. Τα φάρμακα φταίνε και αυτή η καταραμένη μουσική."

"Του διαπέρασε το μυαλό η φωνή του Αγάλματος."
"Don Giovanni  a cenar teco m'invitasti e son venuto"
"Parlo, ascolta! Piu temp non ho!"


"Ακούστηκε η κλειδαριά της πόρτας να ξεκλειδώνει, γύρισε προς την πόρτα που τώρα ήταν ανοιχτή. Έπρεπε να μαζέψει όση δύναμη του απέμεινε και αν βγει στον διάδρομο. Έπεφτε πάνω στους τοίχους παραπατώντας, αυτή ίσως ήταν η μοναδική του ευκαιρία να φύγει από εδώ."

"Ο Leporello συμφωνούσε μαζί του."
"Ah padron! siam tutti morti!"
"No, no. ch' io non mi pento. Vanne lontan da me!!"

"Κατέβηκε τις σκάλες με μεγάλη δυσκολία, μετά βίας διέκρινε στον βάθος έναν φύλακα που περιπολούσε στους διαδρόμους και πρόλαβε να κρυφτεί στο μικρό δωματιάκι που ο επιστάτης χρησιμοποιούσε για αποθήκη. Έπρεπε να μείνει ξύπνιος, έπρεπε να κρατήσει τις δυνάμεις του, η μάχη των ουσιών στο σώμα του είχε αρχίσει να τον κερδίζει."

"Το Άγαλμα συνέχισε τον απόκοσμο λόγο του."
"Ferma un po! Non si pasce di cibo mortale chi si pasce di cibo celeste;
"altra cure piu gravi di queste," 
"altra cure piu gravi di queste,"
"altra brama quaggiu mi guido!"


"Προχώρησε προς την αίθουσα εστίασης, εκεί θα μπορούσε να ανοίξει ένα από τα παράθυρα και να γλιστρήσει στον προαύλιο χώρο. Ήταν η μόνη του ελπίδα αυτό το παράθυρο. Το άνοιξε με δυσκολία, ο ψυχρός αέρας του διαπέρασε όλο του το σώμα."

"Che gelo e questo mai?"

"Σκέφτηκε να γυρίσει πίσω, δεν του είχαν μείνει πολλές δυνάμεις"
"Pentiti, cangia vita. "
"E l'ultimo momento!"


"Με ένα γερό πήδημα, βρέθηκε στον εξωτερικό χώρο. Έβλεπε την επιβλητική σιδερένια πόρτα και ανάμεσα στα κάγκελα της λωρίδες ελευθερίας. Άρχισε να τρέχει με όλη την δύναμη των ποδιών του και της ψυχής του.  Ένιωσε ξαφνικά ένα χτύπημα στο κεφάλι,  έπεσε ζαλισμένος και εξαντλημένος , οι φύλακες τον σήκωσαν και τον οδήγησαν - δεμένο - πίσω στο κελί του."

" Το Άγαλμα, σχεδόν χλευάζοντας του υπενθύμιζε πώς αυτό του άξιζε."
"Tutto a tue colpe e poco"
"Vieni, c'e un mal peggior!"


"Άρχισαν να τον χτυπούν αδιακρίτως θέλοντας να μάθουν ποιος του άνοιξε. Δεν άκουγε τίποτα, δεν ήθελε τίποτα, μόνο να κοιμηθεί. Τι μαρτύριο, ω τι μαρτύριο. "
"Che ceffo disperato! che gesti da dannato!!"
"Che gridi! Che lamenti! Come mi fa terror!!"


Ξύπνησε ιδρωμένος και φωνάζοντας, ο ήχος από το ξυπνητήρι έπαιζε δυνατά Don Giovanni. Το έκλεισε βιαστικά και πήγε στο μπάνιο να πλυθεί. Άλλη μια μέρα στην δουλειά, σκέφτηκε και συμφώνησε με τον εαυτό του να είναι η τελευταία. Κοίταξε το μαξιλάρι του που ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα. Η τηλεόραση περιέγραφε την ταλαιπωρία που θα συναντούσε σε λίγο στον δρόμο. Όλες οι κύριες οδικές αρτηρίες ήταν μποτιλιαρισμένες. Κοίταξε το κινητό του, είχε ήδη δύο μηνύματα από την δουλειά και μία αναπάντητη.

 Αναρωτήθηκε τι δεν πήγε καλά στην χθεσινή του απόπειρα. Σημείωσε στο μυαλό του, την θέση του φρουρού στον προαύλιο χώρο.  Ένα βράδυ θα καταφέρω να αποδράσω, σκέφτηκε χαμογελώντας, έβαλε τα κλειδιά στην τσέπη, έκλεισε την πόρτα και κατευθύνθηκε στο αυτοκίνητο. Πάτησε play στο CD και ο Don Giovanni κάλυψε όλους τους εξωτερικούς ήχους. Κατευθύνθηκε προς τον κεντρικό δρόμο, ενός ασύλου όπου δεν υπάρχει διαφυγή....


Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2012

Το ταγκό της επιστροφής

Πλησίαζε στην σχολή χορού με βήμα γοργό, σήμερα ήταν τετάρτη και αυτήν ήταν η αγαπημένη της μέρα. Κάθε τετάρτη στην σχολή δίδασκε ο Gustavo και εκείνη λάτρευε το ταγκό - ίσως και λίγο τον Gustavo.

Όλα όσα δεν τολμούσε να κάνει στην ζωή της, με πάθος τα χόρευε - βίωνε - και οι αισθήσεις απογειώνονταν μέσα από την μεθυστική μελωδία και τις διακυμάνσεις του ρυθμού από αντάντε σε αλέγκρο και αλεγκρέτο. Της άρεσε που χόρευε caminar γύρω από ένα αόρατο κέντρο και κοιτώντας τον εαυτό της στον καθρέπτη είχε την ψευδαίσθηση ότι τα πόδια της δεν πατούσαν στην γη. Της άρεσε όταν ο Gustavo την κρατούσε από την μέση σε μια κοντινή αγκαλιά και εκείνη ακολουθούσε τα βήματα του δίχως να χάνει ούτε ένα σε μία σύντομη και νευρική cruzada. Στο ταγκό και οι δύο παρτενέρ ξεχωρίζουν. Το αρσενικό και το θηλυκό έχουν ξεχωριστά βήματα και ενδυμασία αλλά μέσω όλων αυτών τον αρμονικών χορευτικών φιγούρων και την αλληλεξάρτηση ισορροπίας γίνονται μία ενιαία οντότητα.

Με το ταγκό πήγαινε πάντα μπροστά, στις σκέψεις, στους έρωτες και στην δουλειά. Στην ζωή της ήταν συνήθως στάσιμη, χωρίς ρυθμό, βυθισμένη σε μία ατέρμονη media vuelta χωρίς παρτενέρ. Πάσχιζε να ξεφύγει από αυτήν την κατάσταση και ο Gustavo την είχε βοηθήσει πολύ. Πολλές φορές είχαν καθίσει μετά το μάθημα, να συζητήσουν και πάντα την έκανε να γελάει με την προφορά του στα Ελληνικά και τις προσπάθειες του να βρει τις σωστές λέξεις. Περίεργο, αλλά με αυτόν μπορούσε να συνεννοηθεί καλύτερα από όλους τους άλλους που μιλούσαν την γλώσσα καλύτερα.

Το μάθημα τελείωσε και βγήκε έξω έτοιμη να πάρει τον δρόμο της επιστροφής. Στην πόρτα την περίμενε ο Gustavo με ένα χαμόγελο. Ας επιστρέψουμε μαζί της είπε και με ένα corte την έσφιξε στην αγκαλιά του ενώ της χάιδεψε τα μαλλιά δίνοντας της ένα γλυκό φιλί στο μέτωπο. Ο βοριάς φύσαγε δυνατός και ένιωσε σαν φύλλο που το σήκωσε στον αέρα. άρχισαν να χορεύουν πάνω από τους ανθρώπους και τα σπίτια, το ταγκό που για πρώτη φορά την πήγαινε πίσω. Ένα ταγκό της επιστροφής είναι καλύτερο από την στασιμότητα, σκέφτηκε και μ' ένα gancho ανέβηκαν μαζί στον ουρανό.

Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2012

Ο παραμυθάς

Πάντα ο παραμυθάς είχε ένα άγχος με τον χρόνο, μία απροσδιόριστη ανησυχία ότι οι άνθρωποι σπαταλούν τον χρόνο τους σε επαναλαμβανόμενα λάθη - ανεπίδεκτοι μαθήσεως. Τους αγαπούσε τόσο' όσο να τους χαρίσει τα παραμύθια του μα τους μισούσε όταν αναπόφευκτα τον απογοήτευαν. Για αιώνες έπαιζε αυτό το παιχνίδι, ελπίζοντας ότι θα βρεθεί στον δρόμο του κάποιος που θα τον εκτιμούσε, όχι για τα παραμύθια του αλλά για αυτό που ήταν πίσω από αυτόν τον άχαρο ρόλο που είχε αναλάβει.

Ο παραμυθάς ήταν εκεί εξυπηρετώντας έναν και μόνο σκοπό. Σε αυτόν έρχονταν όλοι αυτοί που είχαν την δυνατότητα να συμφιλιωθούν με τον εαυτό τους αλλά έμενε να αποδείξουν πως το θέλουν κιόλας. Ο παραμυθάς είχε την απλή αποστολή,μέσα από τις ιστορίες του, να διαπιστώσει αν οι υποψήφιοι θα επέλεγαν την αλήθεια αντί το τόσο ελκυστικό παραμύθι που θα τους διηγόταν, ένα παραμύθι κομμένο και ραμμένο στα μέτρα τους. Έναν φθηνό συμβιβασμό. Σπάνια είχε ιδιαίτερους επισκέπτες και έκανε την δουλειά του μηχανικά και άχαρα.

Την είδε απροσδόκητα ανάμεσα σε μία σειρά φρεσκοφερμένων και γεύτηκε την ίδια αίσθηση στα χείλη του από την γνωριμία τους όπως με όλους τους άλλους. Άρχισε να αραδιάζει τα παραμύθια του, δοκιμασμένα σε τόσους και τόσους ανθρώπους, όμως δεν είχαν καμία επίδραση σε αυτήν. Μία εξαίσια ευκαιρία, σκέφτηκε, να φτιάξει καινούργια παραμύθια. Περίμενε τόσο καιρό για αυτήν την στιγμή που επιτέλους θα έβρισκε κάποιον που του έδινε την ευκαιρία να πλάσει νέες ιστορίες για να εμπλουτίσει το οπλοστάσιο του. Αξιοθαύμαστο ήταν ήδη, αλλά μία βελτίωση σίγουρα δεν βλάπτει σκέφτηκε. Είχε μέσα όλων των ειδών τις ιστορίες: αγάπης, έρωτα, θανάτου, αυτοθυσίας, αλτρουισμού, πολέμου, πόνου και κυρίως αίματος. Είχε μια έφεση ο παραμυθάς στην θυσία και όπως κάθε θυσία που σέβεται τον εαυτό της έτσι και οι δικές του είχαν μπόλικο αίμα. Δυσκολευόταν να ταυτιστεί με τους ακροατές του, δεν είχε και άδικο εδώ που τα λέμε, διότι συνήθως μέχρι να τελειώσει το παραμύθι του ή αυτοί έφευγαν σκυθρωποί στον δρόμο της συμφιλίωσης είτε εκείνος τους έβαζε στον δρόμο της φαντασίας.

Την κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω, δεν του γέμιζε το μάτι, είχε όμως ήδη αποδείξει ότι ήταν διαφορετική. Σκέφτηκε ένα νέο παραμύθι ώστε να την δοκιμάσει. Έβαλε τα δυνατά του, έστυψε του μυαλό του και της το παρουσίασε περιμένοντας ότι αυτό θα το πιστέψει. Τότε έγινε το απροσδόκητο, αυτή τον διέκοψε κάνοντας του ερωτήσεις και ζητώντας του επεξηγήσεις. Πώς είναι δυνατόν κάποιος να έχει ερωτήσεις σε ένα τέλειο παραμύθι και πώς είναι δυνατόν να διακόπτει τον παραμυθά για να τις καταθέσει; Στην αρχή απαντούσε εύκολα αλλά εκείνη συνέχιζε να τον ρωτάει για το ένα και για το άλλο και τότε αναπόφευκτα ένιωσε ότι ταυτίζεται μαζί της. ΑΝΉΚΟΥΣΤΟ. Δεν είχε κανένα νόημα να ταυτιστεί με κάποιον που είναι περαστικός και σύντομα θα πάρει τον δρόμο της συμφιλίωσης ή της φαντασίας. Δεν θυμάται ακριβώς πως το παραμύθι έγινε διάλογος.

 Οι ερωτήσεις αντικαταστάθηκαν από προτάσεις. Άρχισε να του αφηγείται πράγματα που ο παραμυθάς είχε ξεχάσει ότι υπάρχουν. Του μιλούσε για ότι δεν είχε πει ποτέ σε κανέναν, για τις πιο κρυφές σκέψεις της, για το κρυφό ημερολόγιο που είχε από τον κόσμο, για τα σκίτσα που είχε σχεδιάσει και τους απόκρυφους φόβους και τις πιο γλυκές ελπίδες της. Ήταν πλέον αδύνατον για τον παραμυθά να αποφανθεί  τον δρόμο που έπρεπε να πάρει αυτός ο απροσδόκητος επισκέπτης. Έτσι λοιπόν την κράτησε μαζί του στον κόσμο των παραμυθιών ώστε να μπορεί να της μιλά.

Με τον καιρό ένιωθε και πιο ανήσυχος. Η συνήθεια είναι δύσκολο να αλλάξει, Έπρεπε να την κατηγοριοποιήσει. Τότε του είπε το πρώτο της παραμύθι, έναν φυλακισμένο παραμυθά που έφτιαχνε παραμυθένιες φυλακές ώσπου ήρθε μια νεράιδα και τον ελευθέρωσε. Του ζήτησε να διαλέξει έναν δρόμο για να ξεφύγουν από τον κόσμο των παραμυθιών. Κοιτάχτηκαν για μια στιγμή, η αποστολή του παραμυθά έμοιαζε ανούσια, Ας αποφασίσουν κάτι και οι άνθρωποι μόνοι τους σκέφτηκε. Βούτηξαν στο πρώτο δρόμο που βρήκαν μπροστά τους.